
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Δε λέει η νύχτα ν' αποσύρει
τη μαύρη, αχ, μαύρη της ουρά
όλο καγχάζει ασύμφωνα νεκρά
Α ε α ε οοοοο!
.
Ω! ποιος μου πίνει το νερό
Ρημαδιό!
.
Αν με μιλάς η μέρα θα 'ρθει, ίσως
με δάκτυλο βγαλμένο απ' το μέλι
κι έναν κρυμμένο - ω!! - ποντικό
μες στο μανίκι το λευκό
Αφού στη γλύκα - έτσι δε λες; -
Ένα δικαίωμα το 'χουν όλοι,
ε, τότε κι αυτός
που από παράθυρο κοιτά
γυμνό κορμί στο χάδι ξαπλωμένο
κι ο άλλος που κλέβει μας στιγμές
και μες στη χούφτα τις λερώνει
για πάντα, αχ, πάντα τις τελειώνει
αχ! τότε όλοι! όλοι
Πως καταλήξαμε τόσο μόνοι
.
Ω! τι σύνθλιψις, τι θλίψις
Α ε α ε οοοοο, ω!
Σ' ένα γδαρμένο, άψυχο καιρό
.
Αχ, μιαν αυγή στον πυρετό
θα μπω
σβήσε το δάκρυ από το φως
γυμνή να μπω, να ρθώ
θα 'ρθω, θα 'ρθω να σε βρω
με μελωμένο ποντικό - ω! -
Α ε α ε οοοοο!
.
Κι ας τρελαθώ σαν επομένη
του πόνου μου γραμμένη
καινό - τις
.
Αλτ! τις ει;
.
.
.
.
.
Στο διάφανο βαθύ...

"ποτέ άλλοτε το μακριά δεν χύμηξε τόσο κοντά" Καίσαρ Βαγιέχο








