Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

Aπό : "το υπερβολικό διήγημα"


"...
Σκηνοθετώ επιδέξια τις φαντασίες μου ζώντας την απουσία της ζωής και μπορώ όχι μονάχα την πλοκή του ονείρου να πλάσω, μα και τις πιο ψιλές, τις έσχατες λεπτομέρειες να σκεφθώ.
Τα γραφτά μου δεν θα τα εμπιστευθώ σε άλλον και θα τα κρατάω, θα τα χαίρομαι, θα τα εχθρεύομαι, δεν θα δώσω ποτέ στον εαυτό μου την συναίσθηση της αξίας του.
Τον Πεισίστρατο και τις φαντασίες μου που είναι σχετικές με αυτόν ή και τις άλλες, τα λέω παραπανίσιες κινήσεις γιατί έχω στο νου μου την ιστορία κάποιου παληού μεγάλου ηθοποιού. Ήταν ένας μεγάλος ηθοποιός κι έπαιζε κλασσικό θέατρο, Σαίξπηρ και Ρακίνα, κι είχε μεγάλη επιτυχία, όμως είχε μια παραξενιά. Αφού τέλειωνε η παράσταση και σβήναν τα φώτα κι έφευγε ο κόσμος όλος κι άδειαζε το θέατρο, ξανανέβαινε πάνω στην σκηνή και μονάχος τώρα χωρίς κανένα θεατή ζωντάνευε το ίδιο το πρόσωπο που είχε στο έργο, όμως την φορά αυτή το ζωντάνευε υπερβολικό και παράξενο, έλεγε τα λόγια του, που τα μπέρδευε και με δικά του λόγια, με ανάρμοστη φωνή και με άγαρμπους μορφασμούς κι έκαμνε μεγάλες φοβερές κινήσεις σα να σεληνιαζόταν και γενικά τον ίδιο τον ήρωα, που τον ζωντάνευε καταπώς έπρεπε πρωτύτερα, τώρα τον ζωντάνευε με άλλον τρόπο, ασυνάρτητο κι έξαλλο. Όλα αυτά τα έλεγε παραπανίσιες κινήσεις και τα έκαμνε, λέει, γιατί του είχε μπει η έμμονη ιδέα πως το πλήθος παραμόνευε γεμάτο κακία και σαρκασμό μέσα στο σκοτάδι της αίθουσας, έτοιμο να τον κατασπαράξει στην παραμικρή κίνηση ή λέξη που θα ήταν έξω από τον ρόλο, στην παραμικρή παραπανίσια κίνηση που θα του ξέφευγε κι αυτό βέβαια ήταν παράλογο, γιατί αυτός ο ίδιος από την άλλη μεριά ήξερε καλά πόσο τον αγαπούσε και τον θαύμαζε το κοινό. Όμως δεν μπορούσε αλλοιώς και του ερχόταν σαν τρέλλα κι όλο φοβόταν και με βία κι αγώνα κρατιόταν στο μέτρο του ρόλου την ώρα που έπαιζε. Γι' αυτό ύστερα ανακουφιζόταν μ' ένα σωρό παραπανίσιες κινήσεις και λέξεις κι έτσι ένοιωθε ισορροπία και ξανάρχιζε τα ίδια το άλλο βράδυ.
Η εξαντλητική ερεύνηση της πιο ανούσιας λεπτομέρειας, η μηχανική επανάληψη των λέξεων μέχρι να χάσουν το νόημά τους, η επίμονη ατένιση ενός φαινομένου μέχρι να χάσει την φόρμα και την φύση του, να μείνει άδειο και άηχο, η αποσύνθεση της έννοιας στις πρώτες της ύλες, όλα τα εκκεντρικά αισθήματα μου είναι γνωστά.
. . ."
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
"ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ"
Απόσπασμα.