Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

ΠΕΡΙ ΛΗΣΤΕΙΑΣ - PANCHO VILLA


.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

H Μεγάλη Άρκτος γράφτηκε καθαρά από πάνω μας. Ο Πίτερ σώπασε. Ρώτησα:
-Και τι σας βίαζε τώρα εσάς, που πήγατε να βγάλετε στην Αμερική το ψωμί σας, τι σας βίαζε να βρεθείτε εθελοντές στον πόλεμο του Μέξικο και να πολεμάτε το ληστή Πάντζο Βίλλα;
-"Το 'ξερα πως θα το ρωτούσες, είπε ο Κύκλωπας. Όλοι εσείς που μας ερχόσαστε απ' την πατρίδα και δεν ξέρετε, κάτι τέτοια ρωτάτε. Λοιπόν, σου λέω: Για τούτο, μωρέ φίλε, επήγαμε: Γιατί ο Πάντζο Βίλλα ήταν για μας ψωμί. Πολεμούσες τον Πάντζο Βίλλα κ' έτρωγες ψωμί. Καλύτερα να τρως ψωμί και να σκοτώνεσαι, παρά να πεθαίνεις στρώνοντας με ράγες τη γραμμή του Σάουθ Πασίφικ."
Τα βοδίσια του μάτια του γινήκαν ακόμα πιο μεγάλα, η φωνή του πιο βαθιά. Και οι "μπίγες" τα γυμνά του μπράτσα γέρναν ασάλευτα στη γη σα να θέλαν να δείξουν τι αγώνας χρειάστηκε ίσαμε που να πιάσουν οι ρίζες σ' αυτή τη γη.
-"Τι ήμαστε, θαρρείς, σα φτάναμε οι μετανάστες απ' την πατρίδα; Χωρίς γράμματα, χωρίς γλώσσα, χωρίς χρήματα. Κοπάδια ήμαστε ζωντανά, I mean βόδια. Μόλις ξεμπαρκαίρναμε μας πουλούσανε στις κομπανίες των τρένων. Μας βάζαν μια ταμπέλα στο λαιμό, έγραφε η ταμπέλα τ' όνομα μας και που πηγαίναμε, μας βάζαν στα τρένα να πάμε χιλιάδες μίλια βαθιά στη χώρα να στρώσουμε γραμμές. Που πηγαίναμε; Βλέπαμε απ' το τζάμι τη χώρα τη μεγάλη, λέγαμε: "ε πατριώτες, χανόμαστε πια σε τούτο το χάος". Κανένα δεν ξέραμε, τίποτα. Προς νερού μας θέλαμε να πάμε και δεν ξέραμε πώς να το πούμε, πού να πάμε. Ήταν ένας Γραικός στη Νέα Υόρκη, τομάρι, I mean θεομπαίχτης, μας αγόραζε, μας πουλούσε στις κομπανίες. Αυτός ήξερε τη γλώσσα, εμείς λέξη. Αχρείος πολύ ο βλάσφημος, μας ελήστευε -αυτός ο Γραικός Πάντζο Βίλλα. Έτσι, κόσμος εχάθηκε κι άφησε τα κόκκαλά του εις την έρημο δουλεύοντας στο Σάουθ Πασίφικ να στρωθούν οι γραμμές του τρένου. Θα ερωτήσεις: "Και τι απέγινε αυτός ο Γραικός Πάντζο Βίλλα;" Θα σου αποκριθώ: Γύρισε φίλε, στην πατρίδα με πλούτος. Και όταν χρόνια πολλά ύστερα γύρισα κ' εγώ, για λίγο, στην Ικαριά να φιλήσω το χέρι του γονέως μου που πέθαινε, βρίσκω και τον Γραικό Πάντζο Βίλλα τον βλάσφημο. Είχε ένα σύννεφο γένια εις το μούτρο του και έκανε τον παπά.
"Βρε, του λέω, πως έβαλες το σχήμα και ξέχασες το τι έκανες στους χριστιανούς, ελεεινέ Πάντζο Βίλλα!"
"Σιωπή μου λέει αυτός. Τώρα είμαι άγιος."
"Και αυτοί οπού έκλεψες, οπού έφαγες το δίκιο τους, και οι άνθρωποι εχάθηκαν, μοβόρε άπληστε;!"
"Σιωπή, λέει αυτός, και είμαι άγιος."
Ο Πίτερ χαμήλωσε το κεφάλι. Δεν κοίταξε τον Πολικό. Η νύχτα ήταν ξάστερη και πυκνή στο σύνορο του Ατλαντικού.
...
Η σιωπή. Η νύχτα. Ο Πολικός. Ο χους. Η βουή του Ωκεανού.
Άξαφνα ένιωσα το μούτρο του Κύκλωπα, τα πελώρια βοδίσια μάτια του ν' ακουμπούν στο πρόσωπό μου. Άκουγα την ανασαμιά του.
-Τι λες τώρα, φίλε; Πες μου! Λες να τον νίκησα τον Πάντζο Βίλλα;
Ήταν η μόνη στιγμή που κατάλαβα να τρέμει η φωνή του. Πάλι δεν αποκρίθηκα. Ποιός μπορεί ν' αποκριθεί σ' αυτό; Ο Πάντζο Βίλλα κρατά για τον καθένα τον ύστατο θρίαμβο: κανένας να μην ξέρει αν τον νίκησε' κανένας να μην ξέρει αν νικήθηκε απ' τον Πάντζο Βίλλα.
Η βουή του Ωκεανού σκέπαζε τώρα το Λογκ Άιλαντ ωσάν σινδόνη Θεού.

HΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Ο Ληστής Πάντζο Βίλλα (Απόσπασμα)