Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

To νησί του Διόνυσου

Αράξαμε τέλος πάντων και μόλις ξεμπαρκάραμε, ξαπλώσαμε στο χώμα να ξεκουραστούμε από τις ταλαιπωρίες. Έπειτα σηκωθήκαμε και χωριστήκαμε: τριάντα μείνανε να φυλάνε το πλοίο κι οι υπόλοιποι, μαζί μ' εμένα, ξεκινήσαμε να εξερευνήσουμε το νησί. Προχωρήσαμε στο δάσος, κάπου μισό μίλι μακριά απ' τη θάλασσα, οπότε βλέπουμε μια στήλη από χαλκό που είχε απάνω γράμματα μισοσβησμένα και αχνά, που έγραφαν στα ελληνικά:
"Μέχρι εδώ έφτασε ο Ηρακλής κι ο Διόνυσος".
Δίπλα, πάνω σε μια πέτρα, φαινόταν δυο πατημασιές. Η μια θα είχε μάκρος καμιά δεκαπενταριά οργιές, η άλλη λιγότερο. Έχω τη γνώμη ότι η πιο μικρή θα πρέπει να 'ταν του Διόνυσου, ενώ η άλλη του Ηρακλή. Προσκυνήσαμε και προχωρήσαμε. Έπειτα από λίγο, φτάσαμε σ' ένα ποτάμι που έτρεχε κρασί και μάλιστα ολόιδιο χιώτικο. Ήταν πλατύ και βαθύ κι έτσι σε μερικές μεριές θα πρέπει να 'ταν πλωτό. Βλέποντας το κι αυτό, που ήταν πια απόδειξη πως είχε έρθει εδώ πέρα ο Διόνυσος, πειστήκαμε ακόμα πιο πολύ γι' αυτά που έγραφε η στήλη.
Κι επειδή ήθελα να μάθω που είναι οι πηγές του ποταμού προχώρησα κάμποσο δίπλα στο ποτάμι. Δε βρήκα βέβαια την πηγή, βρήκα όμως αμπέλια πολλά, γεμάτα τσαμπιά, που από τις ρώγες τους έσταζε κρασί σκέτο κεχριμπάρι, απ' αυτά τα τσαμπιά σχηματιζόταν το ποτάμι. Μέσα έβλεπες άφθονα ψάρια, που είχαν το χρώμα και τη γεύση του κρασιού. Πιάσαμε μερικά να φάμε και μεθύσαμε γιατί, φυσικά, όταν τ' ανοίξαμε ήταν γεμάτα μούστο. Ύστερα σκεφτήκαμε να βάλουμε - ας πούμε - νερό στο κρασί μας και τ' ανακατέψαμε με ψάρια του γλυκού νερού να κόψουμε κάπως την αψάδα της κρασοφαγίας.

Τα αμπέλια με τις γυναίκες ή Η αμπελομιξία

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Περάσαμε το ποτάμι από ένα μέρος που ήταν ρηχά και βρήκαμε κάτι καταπληκτικά κλήματα: ο κορμός τους, από τη ρίζα ως τη μέση ήταν χοντρός και γερός, αλλά από τη μέση κι απάνω ήταν γυναίκες, τέλειες σ' όλα τους, που το κορμί τους άρχιζε από τα λαγόνια. (Κάπως έτσι ζωγραφίζουν στον τόπο μας και τη Δάφνη, την ώρα που μεταμορφώνεται σε δέντρο για να μην την τσακώσει ο Απόλλωνας). Από τα δάχτυλά τους ξεφύτρωναν κλαδιά γεμάτα σταφύλια. Τα μαλλιά τους ήταν κι αυτά γεμάτα σταφύλια, κληματσίδες και φύλλα. Μόλις πλησιάσαμε, μας χαιρετούσαν και μας καλωσόριζαν, άλλες μιλώντας λυδικά, άλλες ινδικά μα οι περισσότερες ελληνικά. Μας έδιναν μεθυστικά φιλιά στο στόμα κι όποιον φιλούσαν έπεφτε τύφλα στο μεθύσι. Μόνο που δε μας άφησαν να κόψουμε σταφύλια, γιατί έτσι και κάναμε πως κόβουμε πονούσαν και φώναζαν. Ακόμα ήθελαν να σμίξουν μαζί μας, δυο σύντροφοί μας όμως που τις άγγιξαν, δεν μπορούσαν πια να ξεκουνήσουν, γιατί κολλήσαν στο πράμα τους, φυτρώσανε και ρίζωσαν μαζί τους. Τα δάχτυλά τους έγιναν κλαδιά με κληματσίδες και δε θ' αργούσαν να βγάλουν και καρπούς.
Τους αφήσαμε εκεί, κι όταν γυρίσαμε στο καράβι, περιγράψαμε στους άλλους τα όσα είδαμε και φυσικά και την αμπελομιξία των συντρόφων μας. Μετά, γεμίσαμε τα λαγήνια με νερό και κρασί απ' το ποτάμι. Τη νύχτα την περάσαμε στο ακρογιάλι εκεί κοντά και τα χαράματα ανοιχτήκαμε με αεράκι καλό.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ύψιλον/βιβλία
Οι πίνακες είναι του William Bouguereau