Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΝΟΗ

Κάπου ανάμεσα στο τυχαίο και το μυστήριο γλιστράει η φαντασία, η ολοκληρωτική ελευθερία του ανθρώπου. Κι αυτή την ελευθερία, όπως και τις άλλες, προσπάθησαν να την περιορίσουν, να την εξαφανίσουν. Γι' αυτό το σκοπό ο χριστιανισμός επινόησε το αμάρτημα της πρόθεσης. Άλλοτε, αυτό που πίστευα ότι είναι η συνείδησή μου, μου απαγόρευε ορισμένες εικόνες: ότι δολοφονώ τον αδελφό μου, ότι κοιμάμαι με τη μητέρα μου. Έλεγα στον εαυτό μου: "Τι φρίκη!" κι απόδιωχνα με μανία αυτές τις καταραμένες σκέψεις.
Χρειάστηκε να φτάσω στην ηλικία των εξήντα εξηνταπέντε ετών, για να κατανοήσω και ν' αποδεχτώ πλήρως την αθωότητα της φαντασίας. Μου χρειάστηκε όλος αυτός ο χρόνος, για να παραδεχτώ πως ό,τι συνέβαινε μες στο μυαλό μου, δεν αφορούσε παρά μόνο εμένα, ότι δεν ήταν με κανένα τρόπο αυτό που ονόμαζαν "κακές σκέψεις", δεν ήταν με κανένα τρόπο αμάρτημα, κι ότι έπρεπε ν' αφήσω τη φαντασία μου ελεύθερη, ακόμη κι αν ήταν αιμοδιψής και διεστραμμένη.
Από τότε δέχομαι τα πάντα' λέω στον εαυτό μου: "Ωραία, κοιμάμαι με τη μητέρα μου, και λοιπόν;" και σχεδόν αμέσως οι εγκληματικές και αιμομικτικές εικόνες μ' εγκαταλείπουν, κυνηγημένες από την αδιαφορία μου.
Η φαντασία είναι το κυριότερό μας προνόμιο. Ανεξήγητη, όπως το τυχαίο που την προκαλεί. Σ' όλη μου τη ζωή αγωνίστηκα να είμαι ανοιχτός στις παρορμητικές εικόνες που μου εμφανίζονταν, χωρίς να προσπαθήσω να τις καταλάβω. Για παράδειγμα, στη Σεβίλλη, όταν γύριζα το Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, στο τέλος μιας σκηνής ζήτησα, με μια ξαφνική έμπνευση, από τον Φερνάντο Ρέϋ να περιμαζέψει ένα μεγάλο τσουβάλι που ήταν παρατημένο σ' ένα παγκάκι, και να το ρίξει στον ώμο του φεύγοντας.
Την ίδια στιγμή αισθανόμουν όλο τον παραλογισμό που υπήρχε σ' αυτή την πράξη, και φοβόμουν λίγο. Γύρισα λοιπόν δυο εκδοχές της σκηνής, με και χωρίς το τσουβάλι. Την επομένη όταν τις προβάλλαμε όλο το συνεργείο ήταν σύμφωνο - κι εγώ επίσης - ότι η σκηνή ήταν καλύτερη με το τσουβάλι. Γιατί άραγε; Αδύνατο να το εξηγήσει κανείς, εκτός κι αν πέσει στα κλισέ της ψυχανάλυσης ή οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας.
Ψυχίατροι κι αναλυτές κάθε είδους έχουν γράψει πολλά για τις ταινίες μου. Τους ευχαριστώ γι' αυτό, αλλά δεν διαβάζω ποτέ τα έργα τους. Δεν μ' ενδιαφέρουν. Μιλώ σ' ένα άλλο κεφάλαιο για την ψυχανάλυση, αυτή την ταξική θεραπευτική μέθοδο. Προσθέτω εδώ ότι ορισμένοι αναλυτές, απελπισμένοι από την περίπτωση μου, μ' έχουν δηλώσει "ανεπίδεκτο ανάλυσης", σαν να ανήκα σε μια άλλη κουλτούρα, μια άλλη εποχή, πράγμα που στο κάτω κάτω είναι πιθανό.
Στην ηλικία που είμαι, τους αφήνω να λένε. Η φαντασία μου είναι πάντα παρούσα και θα με στηρίζει με την απόρθητη αθωότητά της, μέχρι την τελευταία των ημερών μου. Φρίκη για την κατανόηση. Ευτυχία να δέχομαι το απρόσμενο. Αυτές οι παλιές μου τάσεις έχουν δυναμώσει στο πέρασμα του χρόνου. Σιγά σιγά αποσύρομαι. Πέρυσι, υπολόγισα, ότι μέσα σε έξι μέρες, που σημαίνει εκατόν σαράντα τέσσερις ώρες, δεν είχα παρά τρεις ώρες συζήτησης με φίλους. Τον υπόλοιπο χρόνο μοναξιά, ονειροπόληση, ένα ποτήρι νερό ή ένας καφές, το απεριτίφ δυο φορές την ημέρα, κάποια ανάμνηση που μου έρχεται ξαφνικά, κάποια εικόνα που με επισκέπτεται, κι έπειτα το ένα φέρνει τ' άλλο κι είναι κιόλας βράδυ.
Αν όλα τα παραπάνω φαίνονται συγκεχυμένα και βαρετά, ζητώ συγγνώμη. Δεν είμαι φιλόσοφος, καθώς δεν είχα ποτέ την ικανότητα για αφαίρεση. Αν κάποια φιλοσοφικά πνεύματα, ή που νομίζουν πως είναι τέτοια, χαμογελούν διαβάζοντας με, τότε είμαι ευτυχής που τους έκανα να περάσουν μερικές ευχάριστες στιγμές.
Ελπίζω μόνο ότι ήμουν αρκετά σαφής. Ένας ισπανός φιλόσοφος, ο Χοσέ Γκαός, έγραφε, σαν όλους τους φιλόσοφους, σε μια ακατανόητη διάλεκτο. Σε κάποιον που τον κατέκρινε γι' αυτό απάντησε μια μέρα: "Ε, ωραία, τόσο το χειρότερο! Η φιλοσοφία είναι για τους φιλόσοφους".
Θα του αντέτασσα τη φράση του Αντρέ Μπρετόν: "Ένας φιλόσοφος που δεν τον καταλαβαίνω, είναι ένας απατεώνας". Είμαι απολύτως της ίδιας γνώμης - παρόλο που δυσκολεύομαι κάπως, μερικές φορές, να καταλάβω τι λέει ο Μπρετόν.
ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΛ - Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΝΟΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΜΠΑΛΑΣΚΑ
εκδόσεις : Οδυσσέας