Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

ΟΛΥΜΠΟΣ


-- Η Έλυμπος δεν είναι σαν τ' άλλα τα β'νά. Είναι κρυφός και άγριος. Η Θιός τουν έφτιασι για να κρύβ'νται ικείνοι που κυνηγά η κόσμους. Σαν ανέβ'ς στις κουρφές, μες τα λάτια, του Μιγάλου Προφητηλία, για τα Τρία Βράχη, νιώθ'ς πως είσι λεύτερους! Μα κη δίχως να είνι φόβους, σφίγγετ' η ψυχή σ'...Νουμίζεις πως βρίσκ' σι κουντά στου μυστήριου του Θιού!

Ο Καραβέλης, με λίγα λόγια απλά κι αυθόρμητα, έδωσε την πιο ζωντανή εικόνα του Μεγάλου Βουνού: του βουνού των ελεύθερων ανθρώπων, των αποστατών του νόμου και της κοινωνίας' και όμως, του Θεού! Μήπως αυτό το δέος που νιώθει ο άνθρωπος μέσα στις σύσκιες ρεματιές του, αυτό το ανεξήγητο συναίσθημα μιας ανώτερης δύναμης, δεν γέννησε στη φαντασία των Αρχαίων το μύθο του Δωδεκάθεου, που κυβερνούσε τον ελληνικό κόσμο απ' τη γυμνή κορυφή του; Πρώτοι εκείνοι συγκλονίστηκαν απ' το ρίγος του σκοτεινού μυστήριου που περιβάλλει τον Όλυμπο, και τον ονόμασαν Ιερόν Όρος. Για τον κάτοικό του, ο Όλυμπος δεν είναι ένα βουνό σαν όλα τα βουνά: είναι μια ηθική οντότητα, που τα χαρακτηριστικά της πηγάζουν και χάνονται στο υπερφυσικό.

--Κοίταξε σα κάτ', συνέχισε ο Καραβέλης. Κοίτα τουν Κίσαβου' απέ γύρνα κη ματαδές τουν Έλυμπο. Είναι άλλου πράμα, τρανό κι απόκοσμου. Του φουβάσι κη του σέβ'σι αντάμα...

...

Μ. Καραγάτσης

ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑΒΕΛΗ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ "απόσπασμα"

2 σχόλια:

skoinovatis είπε...

ΦΩΤΗΣ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑΣ

Δεν πρέπει εμείς ν' αλλάζουμε
να λαμπροφορεθούμε.

Οι κληρονόμοι
άλλαξαν όνομα
αποποιήθηκαν τη διαθήκη.
Που να πληρώσουν τόσο φόρο!
Απ' το μουσείο εγκλημάτων
πήραν το κεφάλι σου
και το 'θαψαν
δεν ξέρω πού
μακριά απ' το σώμα σου
και 'συ
ίσκιος ακέφαλος γυρνάς
στα Χάσια και στον Όλυμπο.

Σε τρώει η λέρα το κορμί
και τα φλουριά στη μέση.

Στην Παραμάουντ
δεν έφτασε η ιστορία σου
γι' αυτό και φτειάξαν
τον Καβαλάρη τον ακέφαλο
κι αν έφτανε
θα σε περνούσαν
για των ορέων πεζικάριο.
Πού να γνωρίζουν
πως εσύ
το άλογο του ανέμου καβαλίκευες
μες τις χαράδρες!

Εδώ σ' αυτή τη λαγκαδιά
στην άκρη στο ποτάμι
σώμα ψυχή και κόκκαλα
γίνανε όλα χώμα

κι έμεινες ίσκιος να γυρνάς.

Μα στο χωριό σου Φώτη μην περνάς
τα σπίτια γίναν δίπατα
κι έρημα
με τους ανθρώπους
στο Ντύζελντορφ και στη Στουτκάρδη
και στο παζάρι στην Τσαρίτσανη
τους κρητικούς χωροφυλάκους
δε θα τους βρεις
να ρίξουν
μια και καλή
ν' αναπαυτεί η ψυχή σου.


Του Χρήστου Καφτεράνη

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ σκοινοβέτη
Ευχαριστώ για την όμορφη φιλοξενία των ποιημάτων μου
Χρήστος καφτεράνης